ΑΠΟΦΑΣΗ 1590/2026 ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ – ΚΑΤ’ ΕΦΕΣΗ: ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ DOMAIN NAME ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ – ΔΙΚΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΝΤΟΛΕΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΣΕ ΔΕΥΤΕΡΟ ΒΑΘΜΟ, ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΤΗΣ ΕΦΕΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΔΙΚΟΥ & ΕΠΙΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΤΟΥ DOMAIN NAME ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΓΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΗ ΖΗΜΙΑ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ ΒΛΑΒΗ
Με την υπ’ αριθ. 1590/2026 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση επαγγελματία παροχής υπηρεσιών πληροφορικής κατά της υπ’ αριθ. 1733/2024 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και επικυρώθηκε η δικαίωση του εντολέα μας σε υπόθεση παράνομης και υπαίτιας παρακράτησης ονόματος χώρου (domain name) επαγγελματικής ιστοσελίδας. Με την απόφαση αυτή επιβεβαιώθηκε η υποχρέωση του αντιδίκου να παύσει να χρησιμοποιεί και να διαχειρίζεται το επίδικο domain name, να το μεταβιβάσει στον εντολέα μας, καθώς και να του καταβάλει αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της επαγγελματικής φήμης και αξιοπιστίας της επιχείρησής του.
Η υπόθεση αφορούσε τη δημιουργία επαγγελματικής ιστοσελίδας, την οποία ο εντολέας μας, ιδιοκτήτης ατομικής επιχείρησης παροχής υπηρεσιών, είχε αναθέσει το έτος 2018 σε επαγγελματία πληροφορικής, με σκοπό την προβολή και προώθηση των υπηρεσιών του στο διαδίκτυο. Στο πλαίσιο της συνεργασίας τους, ο τελευταίος ανέλαβε την κατασκευή και καταχώριση της ιστοσελίδας με όνομα χώρου που αντιστοιχούσε στην επαγγελματική ονομασία και τα διακριτικά γνωρίσματα της επιχείρησης. Ο εντολέας μας κατέβαλε τη συμφωνηθείσα αμοιβή για την παροχή των σχετικών υπηρεσιών και η συνεργασία των μερών συνεχίστηκε για περίπου δύο έτη.
Ωστόσο, όταν ο εντολέας μας επιχείρησε να αποκτήσει πρόσβαση στην ιστοσελίδα του προκειμένου να προβεί ο ίδιος σε αλλαγές και αναρτήσεις, διαπίστωσε ότι το επίδικο domain name είχε καταχωριστεί στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) στο όνομα του δημιουργού της ιστοσελίδας, αντί του ιδίου, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του και την αποστολή εξώδικης δήλωσης, ο τελευταίος αρνήθηκε να του παραδώσει τους κωδικούς πρόσβασης και να συνεργαστεί για τη μεταβολή του δικαιούχου του ονόματος χώρου. Εξαιτίας της συμπεριφοράς αυτής, ο εντολέας μας αναγκάστηκε να αναθέσει σε τρίτο επαγγελματία τη δημιουργία νέας ιστοσελίδας, καταβάλλοντας εκ νέου σχετική αμοιβή. Παράλληλα, η διατήρηση δύο ιστοσελίδων με σχεδόν ταυτόσημα ονόματα χώρου και περιεχόμενο προκαλούσε σύγχυση στο συναλλακτικό κοινό, επηρεάζοντας την επαγγελματική παρουσία, τη φήμη και την αξιοπιστία της επιχείρησής του.
Με την πρωτόδικη υπ’ αριθ. 1733/2024 απόφαση είχε γίνει δεκτή η αγωγή που άσκησε το γραφείο μας για λογαριασμό του εντολέα μας. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης είχε υποχρεώσει τον εναγόμενο να παύσει να χρησιμοποιεί και να διαχειρίζεται το επίδικο domain name και να προβεί στη μεταβίβασή του στον πραγματικό δικαιούχο. Επιπλέον, είχε επιδικάσει στον εντολέα μας το ποσό των 1.000 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική περιουσιακή ζημία που υπέστη λόγω της αναγκαστικής δημιουργίας νέας ιστοσελίδας και επιπλέον 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Ο αντίδικος άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, επικαλούμενος εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, επιδιώκοντας την εξαφάνισή της και την απόρριψη της αγωγής του εντολέα μας. Μεταξύ άλλων, αμφισβήτησε την κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αναφορικά με την παράνομη παρακράτηση του domain name και την επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης. Παράλληλα, επικαλέστηκε την ύπαρξη ανεξόφλητων αμοιβών από άλλες υπηρεσίες πληροφορικής που ισχυριζόταν ότι είχε παράσχει στον εντολέα μας, προβάλλοντας σχετικούς ισχυρισμούς περί επίσχεσης και συμψηφισμού απαιτήσεων.
Με την υπ’ αριθ. 1590/2026 απόφαση, η έφεση απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης προέβη σε αναλυτική εξέταση τόσο του εφαρμοστέου νομικού πλαισίου όσο και του αποδεικτικού υλικού, επιβεβαιώνοντας την ορθότητα των ουσιαστικών παραδοχών της πρωτόδικης απόφασης.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η νομική προσέγγιση του Δικαστηρίου αναφορικά με την προστασία των ονομάτων χώρου (domain names) και τη σχέση τους με την εμπορική επωνυμία, τον διακριτικό τίτλο και τα λοιπά διακριτικά γνωρίσματα μιας επιχείρησης. Το Εφετείο επισήμανε ότι, μολονότι το domain name δεν ταυτίζεται κατ’ αρχήν με την εμπορική επωνυμία ή το εμπορικό σήμα, μπορεί να επιτελεί λειτουργία διακριτικού γνωρίσματος όταν χρησιμοποιείται για την αναγνώριση και εξατομίκευση μιας επιχείρησης στο διαδίκτυο. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία αποκτούν η χρονική προτεραιότητα των διακριτικών γνωρισμάτων και ο κίνδυνος σύγχυσης του συναλλακτικού κοινού, χωρίς να απαιτείται να έχει ήδη επέλθει πραγματική παραπλάνηση των καταναλωτών.
Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω αρχές στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι η καταχώριση του domain name στο όνομα του δημιουργού της ιστοσελίδας δεν δικαιολογούσε την εκ μέρους του παρακράτηση και άρνηση μεταβίβασής του. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η ιστοσελίδα είχε δημιουργηθεί κατ’ εντολή και για τις επαγγελματικές ανάγκες του εντολέα μας, ο οποίος είχε καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή. Η άρνηση του αντιδίκου να παραδώσει τους αναγκαίους κωδικούς πρόσβασης και να προβεί στη μεταβίβαση του domain name στον πραγματικό δικαιούχο κρίθηκε παράνομη και υπαίτια, καθώς στερούσε από τον εντολέα μας τη δυνατότητα πρόσβασης και διαχείρισης της επαγγελματικής του ιστοσελίδας.
Το Εφετείο εξέτασε, επίσης, τους ισχυρισμούς του αντιδίκου περί δήθεν ανεξόφλητων οικονομικών απαιτήσεων, τις οποίες επικαλέστηκε προκειμένου να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός περί δικαιώματος επίσχεσης απορρίφθηκε ως απαραδέκτως προβαλλόμενος για πρώτη φορά κατ’ έφεση, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων που θα μπορούσαν να τον θεμελιώσουν. Αντίστοιχα, απορρίφθηκε και η ένσταση συμψηφισμού, η οποία αφορούσε φερόμενες απαιτήσεις από πρόσθετες υπηρεσίες πληροφορικής, καθώς κρίθηκε πρωτίστως αόριστη και, σε κάθε περίπτωση, ουσιαστικά αβάσιμη, ελλείψει επαρκών αποδεικτικών στοιχείων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η κρίση του Δικαστηρίου ως προς τις συνέπειες της παράνομης συμπεριφοράς του αντιδίκου στην επαγγελματική δραστηριότητα του εντολέα μας. Το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναγκαστική δημιουργία νέας ιστοσελίδας προκάλεσε θετική περιουσιακή ζημία ύψους 1.000 ευρώ, καθώς ο εντολέας μας υποχρεώθηκε να καταβάλει εκ νέου αμοιβή σε άλλον επαγγελματία για υπηρεσίες που είχαν ήδη αποτελέσει αντικείμενο της αρχικής συνεργασίας.
Παράλληλα, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του αντιδίκου προκλήθηκε και ηθική βλάβη λόγω προσβολής της επωνυμίας, της επαγγελματικής φήμης και της αξιοπιστίας της επιχείρησης. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι η ταυτόχρονη εμφάνιση δύο ιστοσελίδων με σχεδόν πανομοιότυπο περιεχόμενο δημιουργούσε σύγχυση στο συναλλακτικό κοινό, ιδίως λόγω της διατήρησης παρωχημένων πληροφοριών στην αρχική ιστοσελίδα σχετικά με το ωράριο λειτουργίας και τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Η κατάσταση αυτή επηρέαζε την ορθή ενημέρωση και επικοινωνία με υποψήφιους πελάτες, ενώ υπονόμευε την αξιοπιστία της επιχείρησης στο διαδίκτυο.
Λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η προσβολή, τον βαθμό υπαιτιότητας του αντιδίκου, την έλλειψη υπαιτιότητας του εντολέα μας, την έκταση της προκληθείσας βλάβης και τα λοιπά δεδομένα της υπόθεσης, το Εφετείο έκρινε ότι το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ήταν δίκαιο, εύλογο και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας.
Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση τόσο ως προς την υποχρέωση παύσης χρήσης και διαχείρισης και μεταβίβασης του επίδικου domain name όσο και ως προς την επιδίκαση του συνολικού ποσού των 2.000 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων, για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης του εντολέα μας. Επιπλέον, απέρριψε το αίτημα του εκκαλούντος για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, διέταξε την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο και τον καταδίκασε στην καταβολή επιπλέον δικαστικών εξόδων του δεύτερου βαθμού, ύψους 600 ευρώ, υπέρ του εντολέα μας.
Η απόφαση αυτή αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική δικαστική κρίση για την προστασία των επιχειρήσεων και των επαγγελματιών στο ψηφιακό περιβάλλον. Επιβεβαιώνει ότι η τεχνική καταχώριση ενός domain name στο όνομα του επαγγελματία που ανέλαβε την κατασκευή της ιστοσελίδας δεν του παρέχει, άνευ ετέρου, δικαίωμα να παρακρατεί και να διαχειρίζεται το όνομα χώρου κατά παράβαση των δικαιωμάτων του πραγματικού δικαιούχου. Ιδίως όταν η ιστοσελίδα δημιουργείται κατ’ εντολή και για λογαριασμό συγκεκριμένης επιχείρησης, η άρνηση παράδοσης των κωδικών πρόσβασης και μεταβίβασης του domain name μπορεί, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να θεμελιώσει αξιώσεις άρσης της προσβολής, αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Παράλληλα, η απόφαση αναδεικνύει την ουσιαστική οικονομική και εμπορική αξία της διαδικτυακής ταυτότητας μιας επιχείρησης και την ανάγκη αποτελεσματικής προστασίας της απέναντι σε πρακτικές που περιορίζουν την πρόσβαση και τον έλεγχο των ψηφιακών της υποδομών. Η διαχείριση μιας επαγγελματικής ιστοσελίδας και του αντίστοιχου domain name δεν αποτελεί απλώς τεχνικό ζήτημα, αλλά συνδέεται άμεσα με την επιχειρηματική δραστηριότητα, την επαγγελματική φήμη, τα διακριτικά γνωρίσματα και την εμπιστοσύνη του συναλλακτικού κοινού.
Με την απόφαση αυτή ολοκληρώνεται με επιτυχία και σε δεύτερο βαθμό η δικαστική διεκδίκηση του εντολέα μας, επιβεβαιώνοντας τη νομική θεμελίωση της αγωγής και τη στρατηγική δικαστικής προστασίας που ακολούθησε το γραφείο μας, καθώς και τη σημασία της διαφύλαξης των δικαιωμάτων των επιχειρήσεων επί της ψηφιακής τους παρουσίας.
Για λόγους συντομίας, παρατίθενται μόνο τα ουσιώδη σημεία της απόφασης, η οποία είναι διαθέσιμη προς μελέτη στους ενδιαφερόμενους κατόπιν επικοινωνίας με το γραφείο μας.
Για οποιοδήποτε ζήτημα σχετικό με την κατοχύρωση, τη χρήση, τη διαχείριση ή την παράνομη παρακράτηση domain name, την προστασία της επαγγελματικής και ψηφιακής ταυτότητας μιας επιχείρησης, καθώς και ζητήματα Δικαίου Διαδικτύου, Διακριτικών Γνωρισμάτων και Πνευματικής Ιδιοκτησίας, μη διστάσετε να επικοινωνήσετε με την εξειδικευμένη νομική μας ομάδα, η οποία είναι έτοιμη να σας παράσχει εξατομικευμένη νομική υποστήριξη, προσαρμοσμένη στις ιδιαίτερες ανάγκες και συνθήκες της υπόθεσής σας.
Ζωή Αθανασιάδου (LL.M., Ph.D. c.)
Δικηγόρος – Νομική Σύμβουλος & Data Protection Officer (DPO)
Email: info@zoiathanasiadou.com
Telephone: +30 23140 62173
Website: www.zoiathanasiadou.com

