Μετάβαση στο περιεχόμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ 18/2026 ΠΟΛΥΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ – ΚΑΤ’ ΕΦΕΣΗ: ΑΠΑΤΗ PHISHING – ΔΙΚΑΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΝΤΟΛΕΩΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΣΕ ΔΕΥΤΕΡΟ ΒΑΘΜΟ, ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΤΗΣ ΕΦΕΣΗΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ & ΕΠΙΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΠΩΛΕΣΘΕΝ ΠΟΣΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΗΘΙΚΗ ΒΛΑΒΗ
ΑΠΟΦΑΣΗ 18/2026 ΠΟΛΥΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ – ΚΑΤ’ ΕΦΕΣΗ: ΑΠΑΤΗ PHISHING – ΔΙΚΑΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΝΤΟΛΕΩΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΣΕ ΔΕΥΤΕΡΟ ΒΑΘΜΟ, ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΤΗΣ ΕΦΕΣΗΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ & ΕΠΙΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΠΩΛΕΣΘΕΝ ΠΟΣΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΗΘΙΚΗ ΒΛΑΒΗ
Με την υπ’ αριθ. 18/2026 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, το οποίο δίκασε κατ’ έφεση, απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση μεγάλης τραπεζικής εταιρίας κατά της υπ’ αριθ. 34/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και επικυρώθηκε η δικαίωση της εντολέως μας σε υπόθεση απάτης μέσω phishing και μη εγκεκριμένης τραπεζικής συναλλαγής.
Η υπόθεση αφορούσε παραπλανητικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το οποίο έφερε τα διακριτικά γνωρίσματα της Τράπεζας και παρέπεμπε σε ιστοσελίδα που μιμούνταν με ιδιαίτερα πειστικό τρόπο την επίσημη ιστοσελίδα της. Η εντολέας μας, θεωρώντας ότι ακολουθούσε διαδικασία ασφαλείας της Τράπεζας, καταχώρισε τα στοιχεία πρόσβασής της και έναν κωδικό μίας χρήσης. Μέσω της νέας συσκευής, οι δράστες απέκτησαν πρόσβαση στις υπηρεσίες mobile banking και πραγματοποίησαν, χωρίς τη γνώση ή τη συγκατάθεση της εντολέως μας, την επίμαχη συναλλαγή. Η εντολέας μας αντιλήφθηκε αμέσως τη χρέωση και επικοινώνησε εντός ελάχιστων λεπτών με την Τράπεζα, αμφισβητώντας τη συναλλαγή και ζητώντας την ακύρωσή της. Παρά την άμεση αντίδρασή της, η Τράπεζα δεν επέστρεψε το ποσό και απέρριψε το αίτημά της.
Με την πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει δεκτή η αγωγή που άσκησε το γραφείο μας για λογαριασμό της εντολέως μας και η Τράπεζα είχε υποχρεωθεί να της καταβάλει το πλήρες ποσό που αφαιρέθηκε από τον τραπεζικό της λογαριασμό, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Η Τράπεζα άσκησε έφεση, επικαλούμενη εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την ολοκληρωτική απόρριψη της αγωγής της εντολέως μας. Μεταξύ άλλων, υποστήριξε ότι η συναλλαγή είχε εγκριθεί μέσω των μηχανισμών ηλεκτρονικής τραπεζικής και ότι η εντολέας μας είχε επιδείξει βαριά αμέλεια, επειδή είχε καταχωρίσει τα στοιχεία πρόσβασης και κωδικό μίας χρήσης σε παραπλανητική ιστοσελίδα.
Με την υπ’ αριθ. 18/2026 απόφαση, η έφεση της Τράπεζας έγινε δεκτή μόνο τυπικά και απορρίφθηκε στο σύνολό της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προέβη σε αναλυτική εξέταση του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου για τις υπηρεσίες πληρωμών και, ιδίως, των άρθρων 64, 72, 73, 74 και 96 του Ν. 4537/2018, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 2015/2366/ΕΕ, γνωστή ως PSD2. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κωδικός μίας χρήσης που είχε καταχωρίσει η εντολέας μας αφορούσε αποκλειστικά την εγγραφή νέας συσκευής και όχι την έγκριση της μεταφοράς των χρημάτων. Η έγκριση της νέας συσκευής και η έγκριση της χρηματικής συναλλαγής αποτελούν δύο διαφορετικές και αυτοτελείς ενέργειες, για καθεμία από τις οποίες απαιτείται χωριστή και προσήκουσα ισχυρή ταυτοποίηση. Η Τράπεζα δεν απέδειξε ότι, κατά την πραγματοποίηση της επίδικης μεταφοράς, ακολουθήθηκε η απαιτούμενη διαδικασία ισχυρής ταυτοποίησης ούτε ότι η εντολέας μας έλαβε ειδικό κωδικό ή αίτημα επιβεβαίωσης που να αφορούσε το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό. Ως εκ τούτου, δεν αποδείχθηκε η γνησιότητα της εντολής πληρωμής ούτε η συγκατάθεση της εντολέως μας στη συγκεκριμένη συναλλαγή.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την έννοια της βαριάς αμέλειας του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο έκρινε ότι η συμπεριφορά της εντολέως μας δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί ως βαριά αμέλεια και δεν δικαιολογούσε ούτε την απαλλαγή της Τράπεζας από την ευθύνη της ούτε τη μείωση της αποζημίωσης. Για τον λόγο αυτό απορρίφθηκε και η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος κατ’ άρθρο 300 ΑΚ. Παράλληλα, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Τράπεζα δεν εξασφάλισε το απαιτούμενο επίπεδο ασφάλειας κατά την εκτέλεση της συναλλαγής. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε κενό ασφαλείας στη διαδικασία ισχυρής ταυτοποίησης, το οποίο επέτρεψε την πραγματοποίηση της μεταφοράς χωρίς επαρκείς μηχανισμούς ελέγχου και επιβεβαίωσης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η συμπεριφορά αυτή συνιστούσε πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Τράπεζας και παράβαση της αυξημένης υποχρέωσης πρόνοιας, επιμέλειας και ασφάλειας που υπέχει ως πάροχος υπηρεσιών πληρωμών προς το καταναλωτικό κοινό.
Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε, επίσης, ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της Τράπεζας προκλήθηκε στην εντολέα μας, πέραν της περιουσιακής ζημίας, και ηθική βλάβη, λόγω της ψυχικής αναστάτωσης, της ταλαιπωρίας, της ανασφάλειας και της διατάραξης της εμπιστοσύνης της προς την ασφάλεια των τραπεζικών συναλλαγών. Απορρίφθηκε, επιπλέον, ο ισχυρισμός της Τράπεζας ότι έπρεπε να εφαρμοστεί απλώς τόκος υπερημερίας αντί του αυξημένου τόκου επιδικίας. Η Τράπεζα καταδικάστηκε, τέλος, και στην καταβολή των επιπλέον δικαστικών εξόδων του β’ βαθμού, υπέρ της εντολέως μας.
Η απόφαση αυτή αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική δικαστική κρίση για την προστασία των καταναλωτών σε περιπτώσεις ηλεκτρονικής τραπεζικής απάτης. Επιβεβαιώνει ότι η τεχνική εκτέλεση και καταγραφή μιας συναλλαγής δεν ταυτίζεται με τη συγκατάθεση του πελάτη και ότι η Τράπεζα οφείλει να αποδεικνύει την προσήκουσα και ειδική ισχυρή ταυτοποίηση για την ίδια τη χρηματική συναλλαγή. Παράλληλα, αποσαφηνίζει ότι η εξαπάτηση του χρήστη μέσω μιας πειστικά παραποιημένης ιστοσελίδας και η γνωστοποίηση κωδικού που αφορά διαφορετική ενέργεια, όπως η εγγραφή νέας συσκευής, δεν επαρκούν από μόνες τους για να στοιχειοθετήσουν βαριά αμέλεια και να μετακυλίσουν στον καταναλωτή το σύνολο του κινδύνου της ηλεκτρονικής απάτης.
Με την απόφαση αυτή ολοκληρώνεται με επιτυχία και σε δεύτερο βαθμό η δικαστική διεκδίκηση της εντολέως μας, επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική και τη νομική θεμελίωση της αγωγής μας, καθώς και την ανάγκη αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των θυμάτων μη εγκεκριμένων ηλεκτρονικών συναλλαγών.
Για λόγους συντομίας, παρατίθενται μόνο τα ουσιώδη σημεία της απόφασης, η οποία είναι διαθέσιμη προς μελέτη στους ενδιαφερόμενους κατόπιν επικοινωνίας με το γραφείο μας.
Για οποιοδήποτε ζήτημα μη εγκεκριμένης συναλλαγής ή phishing, παραβίασης τραπεζικού λογαριασμού ή ηλεκτρονικής απάτης, μη διστάσετε να επικοινωνήσετε με την εξειδικευμένη νομική μας ομάδα, η οποία είναι έτοιμη να σας παράσχει εξατομικευμένη νομική υποστήριξη, προσαρμοσμένη στις ιδιαίτερες συνθήκες της υπόθεσής σας.
Ζωή Αθανασιάδου (LL.M., Ph.D. c.)
Δικηγόρος – Νομική Σύμβουλος & Data Protection Officer (DPO)
Email: info@zoiathanasiadou.com
Telephone: +30 23140 62173
Website: www.zoiathanasiadou.com
zoiathanasiadou2026-06-23T15:08:51+02:00
Διάλεξε πλατφόρμα και κοινοποίησε το άρθρο!
Page load link