Η Ευθύνη του Ιατρού στον Προγεννητικό και Προεμφυτευτικό Έλεγχο κατά το Αστικό Δίκαιο

Ο ρόλος του ιατρού στην διαδικασία είναι φυσικά εξέχουσας σημασίας. Μπορεί να μην λαμβάνει ο ίδιος την τελική απόφαση για την επιλογή ή την απόρριψη του εμβρύου, όμως η δική του πληροφόρηση σχετικά με την γενετική προδιάθεση είναι που οδηγεί την γυναίκα στην απόφαση για το εάν θα συνεχίσει ή όχι την κύηση με το έμβρυο. Γι’ αυτό και ευθύνεται πλήρως για μία λανθασμένη ή ελλιπή συμβουλή που θα οδηγήσει την έγκυο να αποφασίσει την επιλογή ή την απόρριψη του εμβρύου. Πρόκειται για παραβίαση των υποχρεώσεων του ιατρού ακόμα και από απλή αμέλεια, και εφόσον προκληθεί εξ αυτής ζημία σε τρίτο, καθιστά υπόχρεο τον ιατρό προς κάλυψη της περιουσιακής και μη ζημίας του παθόντος.

Οι αξιώσεις που προκύπτουν στον προγεννητικό έλεγχο του τέκνου διακρίνονται φυσικά από τις συνήθεις υποθέσεις ιατρικής ευθύνης στις οποίες η βλάβη ή η επιδείνωση της υγείας ενός οργανισμού επήλθε λόγω εσφαλμένης πράξης ή παράλειψης του ιατρού (π.χ. λόγω αμελούς χειρισμού κατά τη διεξαγωγή επεμβατικού προγεννητικού ελέγχου τραυματίζει το κυοφορούμενο ή χορηγεί στην έγκυο ακατάλληλη φαρμακευτική αγωγή που βλάπτει την υγεία του)[1].Το σφάλμα του ιατρού, στις υπό εξέταση περιπτώσεις συνίσταται ουσιαστικά στην παράλειψη της αναγκαίας ενημέρωσης των μελλοντικών γονέων, με αποτέλεσμα αυτοί να στερούνται τη δυνατότητα επιτρεπτής διακοπής της κύησης, στο πλαίσιο της 304 παρ. 4β ΠΚ[2]. Το αγαθό που προσβάλλεται άμεσα από το ιατρικό σφάλμα, δηλαδή, δεν είναι η υγεία του παιδιού που πρόκειται να γεννηθεί, αλλά η εξουσία ελεύθερης λήψης απόφασης αναφορικά με τη συνέχιση ή όχι της κύησης.[3] Ειδικές διατάξεις για την αστική ευθύνη του ιατρού δεν υπάρχουν. Συνεπώς, η εν λόγω ευθύνη προκύπτει από τις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις συμβάσεις και τις αδικοπραξίες (330 και 914 ΑΚ, αντίστοιχα), καθώς και από τις διατάξεις για την ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες (άρθρο 8 ν. 2251/1994 «περί προστασίας καταναλωτή»). Αξίωση αποζημίωσης του παθόντος μπορεί να στηριχθεί, βέβαια, και στην αυτοτελή νομική βάση της έλλειψης συναίνεσης[4].

Η γέννηση παιδιού με προβλήματα υγείας, τα οποία δεν εντοπίσθηκαν στο γεννητικό υλικό των γονέων κατά την εφαρμογή της προεμφυτευτικής διάγνωσης, δεν απαντά συχνά στην ελληνική πραγματικότητα. Επομένως, και η πιθανότητα εμφάνισης υποθέσεων ιατρικής ευθύνης λόγω τέλεσης εσφαλμένης προεμφυτευτικής διάγνωσης είναι εξίσου απομακρυσμένη. Σε διεθνές επίπεδο, ωστόσο, υπάρχουν περιστατικά τα οποία έχουν απασχολήσει τις δικαστικές αρχές των αλλοδαπών έννομων τάξεων. [5]

H βάση των αγωγών για προεμφυτευτικό σφάλμα είναι είτε η ύπαρξη διαγνωστικού σφάλματος είτε η έλλειψη ενημερωμένης συναίνεσης του ασθενούς, η οποία ειδικότερα μπορεί να σχετίζεται με: α) έλλειψη ενημέρωσης σχετικά με την δυνατότητα εφαρμογής PGD, β) έλλειψη σωστής ενημέρωσης λόγω «εγγενούς ποσοστού σφάλματος» που σχετίζεται με τη διεξαγωγή της διαδικασίας, γ) έλλειψη ενημέρωσης για την πιθανότητα αποτυχίας. Η έλλειψη ενημερωμένης συναίνεσης επιλέγεται από τους νομικούς ως νομική βάση, επειδή η μέθοδος PGD μπορεί να παράγει εσφαλμένα αποτελέσματα («ποσοστό εγγενούς σφάλματος»), τα οποία να μην συνδέονται απαραίτητα με ιατρική αμέλεια[6].

Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση Bergero v. University of Southern California Keck School of Medicine[7], ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου της Καλιφόρνια, όπου βασικός ισχυρισμός του ενάγοντος ήταν ότι το εναγόμενο δεν είχε εμπειρία στην εφαρμογή PGD και ως εκ τούτου, παραβίασε το δικαίωμα ενημερωμένης συναίνεσης του ασθενούς. Αξιοσημείωτο στην ανωτέρω απόφαση είναι ότι το δικαστήριο εξέτασε αναλυτικά το ζήτημα της ενημέρωσης των γονέων, χωρίς να δημιουργεί πρόβλημα το γεγονός ότι ενάγον ήταν το ίδιο το άρρωστο παιδί, το οποίο δεν μπορούσε να είναι αποδέκτης της ενημέρωσης και το οποίο δεν θα είχε γεννηθεί, εάν δεν υπήρχε σφάλμα κατά την ενημέρωση των γονέων[8] .

Σε γενικές γραμμές, τα αλλοδαπά δικαστήρια αντιμετωπίζουν τις υποθέσεις ιατρικού σφάλματος που ανακύπτουν κατά το στάδιο του προεμφυτευτικού ελέγχου με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζουν τις αξιώσεις για wrongful life και wrongful birth λόγω προγεννητικού σφάλματος[9]. Ως εκ τούτου, η ακόλουθη ανάλυση θα αναπτυχθεί με γνώμονα τις αξιώσεις στο στάδιο της προγεννητικής διάγνωσης, λόγω πλεονάζοντος υλικού, σε σχέση με τις αξιώσεις λόγω προεμφυτευτικού σφάλματος, ειδικά στην χώρα μας.

Αξιώσεις για “wrongful life” και “wrongful birth”

Οι αξιώσεις της μητέρας για την γέννηση του ασθενούς τέκνου κατά του ιατρού είναι γνωστές ως αξιώσεις για wrongful birth ή «ζημιογόνο τεκνοποίηση», ενώ οι αξιώσεις του τέκνου κατά του ιατρού που φέρεται να μην διέγνωσε την ύπαρξη γενετικής ασθένειας, ώστε να εμποδίσει την κύηση που είχε ως αποτέλεσμα την γέννηση άρρωστου τέκνου, ονομάζονται αξιώσεις για wrongful life ή «ζημιογόνο ζωή».[10] Οι αξιώσεις αυτές χαρακτηρίζονται ως ιδιαιτέρως αμφιλεγόμενες μέχρι και σήμερα λόγω του ότι βασίζονται, κατά μία άποψη, στη φιλοσοφία ότι ένας εκ γενετής ασθενής άνθρωπος είναι βάρος για την οικογένεια του αλλά και το κοινωνικό σύνολο, γενικότερα.[11] Για τον λόγο αυτό, επικρίνονται συχνά από αυτούς που προασπίζονται την ανθρώπινη αξία και την ισότητα ανεξάρτητα από κάποιο τυχαίο ελάττωμα και θεωρούν ότι η γέννηση ενός ανθρώπου δεν μπορεί να καταλογιστεί σε καμία περίπτωση ως ζημία, ακόμη και όταν αυτός γεννιέται με γενετικές ανωμαλίες.[12]

Wrongful life ή’ Ζημιογόνος ζωή

Η πλέον περίπλοκη περίπτωση εκ των δύο αξιώσεων έναντι του ιατρού[13] που παρέλειψε να διαγνώσει την προδιάθεση των γονέων ή τις γενετικές βλάβες στο έμβρυο και να ενημερώσει τη μητέρα, ώστε αυτή αντίστοιχα ή να αποφύγει τη σύλληψη ή να προβεί σε διακοπή της εγκυμοσύνης, είναι αυτή που ασκείται από το ίδιο το τέκνο που γεννιέται με γενετικές βλάβες και σε αντίθετη περίπτωση δε θα ζούσε και δε θα υπέφερε από τη γενετική του ασθένεια. Όπως συνοπτικά εκτέθηκε ανωτέρω η εν λόγω αξίωση αναφέρεται ως αξίωση για wrongful life[14] ή ζημιογόνο ζωή[15].

Σε αρκετές χώρες έχει τεθεί στην κρίση των δικαστηρίων το πρόβλημα, εάν πράγματι μπορεί να θεμελιωθεί η εν λόγω αξίωση παρά τα προβλήματα που παρουσιάζει.[16] Και στην χώρα μας, ιδιαίτερη δυσκολία αντιμετώπισαν τα δικαστήρια καταρχήν όσον αφορά στο θέμα της ζημίας, λόγω αδυναμίας εφαρμογής της θεωρίας της διαφοράς. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, για την εξεύρεση της –περιουσιακής- ζημίας του παθόντος  συγκρίνεται το μέγεθος της περιουσίας του μετά την προσβολή με το μέγεθος που υποθετικά θα είχε αν δεν είχε λάβει χώρα το ζημιογόνο γεγονός, ώστε η διαφορά που θα προκύψει από τα ως άνω μεγέθη να εκφράζει τη ζημία που πρέπει να αποκατασταθεί.[17] Εν προκειμένω, όμως, οδηγούμαστε σε άτοπο, καθώς εάν δεν είχε μεσολαβήσει το ιατρικό σφάλμα και είχε συντελεσθεί διακοπή της κύησης, το παιδί δεν θα υπήρχε καθόλου, άρα ούτε και αντίστοιχη περιουσία αυτού η οποία θα μειωνόταν λόγω του ιατρικού σφάλματος[18] . Σε ανάλογο αδιέξοδο οδηγούμαστε φυσικά και κατά τον υπολογισμό της μη περιουσιακής ζημίας, ήτοι της ηθικής βλάβης (932 ΑΚ).

Αποτέλεσμα των δυσχερειών στην θεμελίωση είναι οι σχετικές αξιώσεις να απορρίπτονται διεθνώς[19] ως απαράδεκτες, καθώς και για λόγους έλλειψης αιτιώδους συνάφειας[20], δυσκολίας διαχωρισμού των περιπτώσεων όπου η «μη ύπαρξη» θα ήταν προτιμότερη από τη γέννηση με γενετικές βλάβες[21] και δυσκολίας υπολογισμού της ζημίας[22].

Στον αντίποδα, υπάρχουν αρκετοί συγγραφείς που θεωρούν απαραίτητη την αναγνώριση των αξιώσεων αυτών με κεντρικό επιχείρημα την επιείκεια προς το πρόσωπο του ανθρώπου που έχει γεννηθεί με γενετικές ανωμαλίες και αντιμετωπίζει αυξημένες δυσκολίες και έξοδα καθημερινά. Επιπλέον, για το λόγο ότι ο ιατρός πρέπει να καθίσταται υπόλογος για την αμελή του συμπεριφορά, ώστε να αποτρέπονται μελλοντικά αντίστοιχα παραπτώματα. Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση Perruche του Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Γαλλίας (Cour de Cassation) που αναγνώρισε το δικαίωμα του παιδιού σε αποζημίωση. Η απόφαση, βέβαια, δέχθηκε έντονη κριτική με αποτέλεσμα να επέμβει ο νομοθέτης για να αποτραπεί η καθιέρωση παρόμοιας νομολογιακής τάσης στο μέλλον. Ωστόσο, και η πρόσφατη Evie Toombes v. Dr. Philip Mitchell[23] στο Ηνωμένο Βασίλειο, τάχθηκε υπέρ της αξίωσης του τέκνου και υποστήριξε την απόλυτη άρση των περιορισμών στις εν λόγω αξιώσεις με βασικό επιχείρημα, μεταξύ άλλων, ότι τα τέκνα πρέπει να είναι ικανά να επιδιώξουν να αποζημιωθούν χωρίς να βασίζονται αποκλειστικά στην έγερση των αξιώσεων από τους γονείς για την χρηματική τους ικανοποίηση.

Συμπερασματικά, η αναγνώριση της αξίωσης για ζημιογόνο ζωή από τα ελληνικά δικαστήρια φαίνεται, μέχρι και σήμερα, μάλλον απίθανη, λόγω των δύσκολων νομικών και ηθικών ζητημάτων που συνεπάγεται.[24] Θα μπορούσε, ωστόσο, κανείς να εξετάσει την πιθανότητα αναγνώρισης αξίωσης του τέκνου εναντίον του ιατρού για προσβολή της προσωπικότητάς του, με το επιχείρημα ότι η μη πληροφόρηση των γονέων του, είτε για την πιθανότητα σύλληψης ενός άρρωστου τέκνου, είτε για την κυοφορία ενός τέτοιου, του στέρησε τη δυνατότητα να ασκήσουν οι γονείς του προς όφελος του τη γονική τους μέριμνα και να αποφασίσουν για το καλό του, ανεξαρτήτως ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα των πράξεων τους στη συνέχεια, δηλαδή να προχωρήσουν στη σύλληψη ή κύηση του τέκνου ή όχι. Αυτή η συλλογιστική θα μπορούσε θεωρητικά να προσφέρει μία συμβιβαστική λύση μεταξύ της ανάγκης για αποδοκιμασία της αμελούς πράξης του ιατρού και της αντιμετώπισης των δυσχερειών που παρουσιάζει η θεμελίωση ζημίας και αιτιώδους συνάφειας.[25]

Wrongful Birth ή Ζημιογόνος Τεκνοποίηση

Ο όρος wrongful birth ή ζημιογόνος τεκνοποίηση[26], αφορά, όπως προαναφέρθηκε, περιπτώσεις στις οποίες οι γονείς ενός τέκνου που έχει γεννηθεί με γενετικές ανωμαλίες ζητούν αποζημίωση από το ιατρό που από αμέλεια του απέτυχε να διαγνώσει είτε σχετική προδιάθεση αυτών, είτε γενετική ανωμαλία του κυοφορούμενου ή/και να τους ενημερώσει σχετικά ώστε να μπορέσουν εκείνοι αντίστοιχα ή να αποφύγουν τη σύλληψη ή να προχωρήσουν σε άμβλωση αποτρέποντας τη γέννηση του άρρωστου τέκνου.

Σε αντίθεση με τις αξιώσεις για wrongful life, τα δικαστήρια της διεθνούς κοινότητας αναγνωρίζουν συχνά τις αξιώσεις αποζημίωσης για ζημιογόνο τεκνοποίηση. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι έχουν επιδικασθεί σχετικές αποζημιώσεις στις περισσότερες πολιτείες των ΗΠΑ, στον Καναδά, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Αυστραλία, στην Ολλανδία, στη Γερμανία, στην Αυστρία, στην Ιταλία, στην Ισπανία (μόνο στη μητέρα), στο Βέλγιο, στη Γαλλία, στην Ιαπωνία, στη Νότια Αφρική και στο Ισραήλ[27]. Κοινό σημείο είναι ότι στις περιπτώσεις αυτές απουσιάζει η σημαντικότατη δυσκολία θεμελίωσης της ζημίας που παρουσιάζεται στις αξιώσεις για wrongful life. Παρά το γεγονός ότι και οι δύο αυτές αξιώσεις βασίζονται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, η διαφοροποίηση στο πρόσωπο του ενάγοντα παίζει καθοριστικό ρόλο στην στοιχειοθέτηση της ευθύνης[28]. Ειδικά όσον αφορά την θεμελίωση της ζημίας, αναγνωρίζεται ότι οι γονείς ζημιώνονται με τη γέννηση ενός τέκνου με γενετικές ανωμαλίες λόγω του αυξημένου κόστους ανατροφής, της αυξημένης ανάγκης του για φροντίδα αλλά και του πόνου να βλέπουν το παιδί τους να ταλαιπωρείται λόγω του προβλήματος της υγείας του. Αυτό φαίνεται να γίνεται δεκτό παρόλο που προϋποθέτει, τουλάχιστον εμμέσως, την παραδοχή ότι οι γονείς θα ήταν σε καλύτερη κατάσταση εάν είχαν προβεί σε διακοπή της κύησης και δεν είχαν φέρει στη ζωή το τέκνο.[29]

Τα ελληνικά δικαστήρια έκαναν δεκτές αγωγές για wrongful birth, επιδικάζοντας αποζημιώσεις στους γονείς για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από τη στέρηση της δυνατότητας νόμιμης διακοπής της κύησης, εφαρμόζοντας τις διατάξεις περί προσβολής της προσωπικότητας[30]. Tα χρηματικά ποσά, τα οποία επιδικάζονται στις περιπτώσεις αυτές είναι μάλιστα αρκετά μεγάλα.[31] Από τις πρώτες ελληνικές δικαστικές αποφάσεις που διέκρινε τις περιπτώσεις wrongful birth από τις λοιπές περιπτώσεις ιατρικού σφάλματος και θεμελίωσε τις αξιώσεις των γονέων στο δικαίωμα προστασίας της προσωπικότητάς τους ήταν η υπ’ αρ. 544/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Η νομική βάση της ευθύνης του ιατρού εντοπίσθηκε από το δικαστήριο στο άρθρο 304 παρ. 4β ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο δεν τιμωρείται ποινικά η τεχνητή διακοπή της κύησης, όταν έχουν διαπιστωθεί με τα σύγχρονα μέσα προγεννητικής διάγνωσης ενδείξεις σοβαρής ανωμαλίας που επάγονται τη γέννηση παθολογικού νεογνού και η εγκυμοσύνη δεν έχει διαρκέσει περισσότερο από είκοσι τέσσερις εβδομάδες (εφόσον φυσικά η έγκυος έχει συναινέσει στη διακοπή και αυτή διενεργείται σε οργανωμένη νοσηλευτική μονάδα, από μαιευτήρα-γυναικολόγο με τη συμμετοχή αναισθησιολόγου). Ειδικότερα, στο λεκτικό της απόφασης αναφέρεται ότι η διακοπή της κύησης, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις που θέτει ο Ποινικός Κώδικας σε συνδυασμό και με το άρ. 5 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί μία νόμιμη επιλογή που μπορεί να απολαύσει η έγκυος, την οποία εάν στερηθεί λόγω πράξης ή παράλειψης τρίτου (εν προκειμένω λόγω σφάλματος του ιατρού κατά την προγεννητική διάγνωση), δικαιούται να αξιώσει την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 57 και 59 ΑΚ. Παρά ταύτα, το Εφετείο Λάρισας δεν επιδίκασε τελικά αποζημίωση στους ενάγοντες γονείς, αποφαινόμενο ότι η νόσος της φωκομέλειας, από την οποία έπασχε το τέκνο τους και η οποία δεν διαγνώστηκε από τους ιατρούς κατά τον προγεννητικό έλεγχο, δεν συνιστά σοβαρή ανωμαλία του εμβρύου η οποία να δίνει το δικαίωμα στη μητέρα να προχωρήσει σε διακοπή της κύησης, στα χρονικά πλαίσια που προβλέπονται από το άρθρο 304 παρ. 4β ΠΚ.[32]

Προεκτείνοντας το εν λόγω ζήτημα, ενδιαφέρον αποτελεί το κατά πόσο δικαιούται και ο σύζυγος της εγκύου να αξιώσει την ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, παρότι προσβάλλεται έμμεσα από το ιατρικό σφάλμα. Η πλειονότητα της ελληνικής θεωρίας τάσσεται υπέρ της επιδίκασης αποζημιώσεων σε αμφότερους τους γονείς για την ηθική βλάβη που υπέστησαν, η οποία επήλθε λόγω της πλημμελούς ενημέρωσής τους κατά τον προγεννητικό έλεγχο και της επακόλουθης στέρησης της δυνατότητας νόμιμης διακοπής της κύησης[33]. Αναλόγως, και στην προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου Λάρισας κρίθηκε ότι και ο σύζυγος της εγκύου δικαιούται να αξιώσει την ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, εφόσον η διακοπή της κύησης είναι ένα θέμα που οι σύζυγοι αποφασίζουν από κοινού, οι δε δυσμενείς συνέπειες που υφίσταται η έγκυος λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς της αντανακλώνται και σε εκείνον, λόγω της στενής σχέσης τους. Υπάρχει, ωστόσο, και μερίδα της θεωρίας που εγείρει ενστάσεις ως προς την επιδίκαση σχετικής αποζημίωσης στον πατέρα λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, με κύριο επιχείρημα ότι η ελευθερία επιλογής τερματισμού της εγκυμοσύνης αφορά αποκλειστικά στην έγκυο, ανεξαρτήτως της γνώμης του συζύγου-συντρόφου της, διαφορετικά θα ανέκυπτε ζήτημα προσβολής του δικαιώματός της εγκύου στην αυτοδιάθεση του σώματός της[34].

Συμπερασματικά, η προσφυγή στο δίκαιο της προσβολής της προσωπικότητας έχει οδηγήσει μεμονωμένα τη νομολογία στην επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στους γονείς που εξαιτίας της αμελούς συμπεριφοράς του ιατρού στερήθηκαν το δικαίωμα να επιλέξουν να μην αποκτήσουν το συγκεκριμένο τέκνο που γεννήθηκε και υποφέρει από γενετικές ανωμαλίες. Παράλληλα, προκειμένου να ανατραπεί το προσχηματικό παράδοξο της ικανοποίησης των αξιώσεων γονέων και όχι του ίδιου του παιδιού που ζει και βασανίζεται από τη νόσο του, υιοθετείται από μέρος της θεωρίας, όπως συνοπτικά εκτέθηκε ανωτέρω[35], η αναπληρωματική προσφυγή στο δίκαιο της προσβολής της προσωπικότητας, ώστε να ικανοποιείται και το τέκνο για την ηθική βλάβη, την ταλαιπωρία και τον πόνο που υφίσταται.[36]

[1] Κιτσαράς Λάμπρος, Wrongful birth: Αξίωση των γονέων έναντι του ιατρού για χρηματική ικανοποίηση λόγω απώλειας της «ευκαιρίας διακοπής της κύησης, ΧρΙΔ 2011, σελ. 167.

[2] Φουντεδάκη Κατερίνα, Φυσικό πρόσωπο και προσωπικότητα στον Αστικό Κώδικα, 2012, σελ. 244.

[3] Κιτσαράς, σελ. 167.

[4] Ανδρουλιδάκη-Δημητριάδη Ισμήνη, Η υποχρέωση ενημέρωση του ασθενούς, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1993, σελ. 149 και  Φουντεδάκη Κατερίνα, Αστική ιατρική ευθύνη,  Εκδόσεις Σάκκουλα, 2003, σελ. 174.

[5]Κολυβά Μαρία, Το κυοφορούμενο και αστική ιατρική ευθύνη, Διπλωματική Εργασία, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Θεσσαλονίκη, Μάιος 2018, σελ. 95.

[6] Amagwula T. et al, Preimplantation genetic diagnosis: a systematic review of litigation in the face of

new technology, Fertility and Sterility, 2012, v. 98 (5), 1278-1279 και Coggeshall v. Reproductive Endocrine Associates of Charlotte, 376 S.C. 12, 16, 655 S.E.2d 476, 478 (2007): ΓέννησηπαιδιούμεσύνδρομοDownμετηχρήσημεθόδουΙΥΑ. Οι γονείςστράφηκαν κατά της κλινικής όπου έγινε η εφαρμογή της μεθόδου, με το επιχείρημα ότι δεν ενημερώθηκαν καθόλου σχετικά με τη δυνατότητα χρήσης μεθόδων PGD πριν να ξεκινήσουν τη διαδικασία εξωσωματικής. Το δικαστήριο τελικώς δεν έκρινε επί της ουσίας το ζήτημα, λόγω έλλειψης αρμοδιότητας.

[7] Bergero v. University of Southern California Keck School of Medicine, Unpub, Cal. App. 02.08.2009.

[8] Siemieniec v. Lutheran General Hospital 117 Ill. 2d 230, Ill. SupCt. 1987.

[9] Pergament Deborah and IIijic Katie, The legal past, present and future of Prenatal Genetic Testing: Professional liability and other legal challenges affecting patient access to services, J Clin Med. 2014, vol. 3(4), 1443 και Doolan v. IVF America (MA), Inc., No. 993476, 2000 WL 33170944, Mass. Super. Ct. Nov. 20, 2000, όπου το δικαστήριο απέρριψε αξίωση παιδιού πάσχοντος από τη νόσο της κυστικής ίνωσης κατά του ειδικού που πραγματοποίησε τον προεμφυτευτικό έλεγχο, κρίνοντας ότι συντρέχουν τα ίδια θεμελιώδη προβλήματα με τις λοιπές αξιώσεις wrongful life, δεδομένου ότι με κανέναν τρόπο το παιδί δεν θα μπορούσε να γεννηθεί χωρίς την πάθηση της κυστικής ίνωσης.

[10] Τσίρος Διονύσης, Ιατρική ευθύνη: αποζημίωση παιδιού που γεννήθηκε ανάπηρο λόγω ιατρικού σφάλματος που εμπόδισε την μητέρα να διακόψει την κύηση, ΕλλΔ/νη 2004, σελ. 61-65.

[11]Ανδρουλιδάκη, σελ. 418.

[12]Azzolinov. Dingfelder, 315 N.C. 103, 337 S.E.2d 528, N.C. 1985.

[13]Αντίστοιχες αξιώσεις του τέκνου έναντι των γονέων, όπου το τέκνο παραπονείται γιατί οι γονείς του δεν προχώρησαν σε έκτρωση ενώ γνώριζαν ότι θα γεννηθεί με γενετικές ανωμαλίες,  αποκλείονται για λόγους ηθικής τάξεως βλ. Tucker, Wrongful Life: A New Generation, Τόμος 27, Journal of Family Law 673, 1988-1989, σελ. 691 επ.

[14]Για την εμφάνιση και εξέλιξη της αξίωσης «wrongful life» βλ. Tucker, σελ. 673, 676 επ.

[15] Για την απόδοση του όρου «wrongful life» στα ελληνικά ως «ζημιογόνο ζωή» βλ. Τσίρο, σελ. 61, 65.

[16] Τρούλη Εμμανουέλα, Ιατρική ευθύνη για ζημιογόνο ζωή (wrongful life) και ζημιογόνο τεκνοποίηση (wrongful birth), Μέρος πρώτο: Γνωμοδότηση, 2008.

[17] Κορνηλάκης Παναγιώτης, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο Ι, 2002, σελ.517.

[18] Φουντεδάκη Κατερίνα, Θέματα αστικής ιατρικής ευθύνης σε περίπτωση γέννησης ατόμου με σοβαρή ασθένεια ή αναπηρία (wrongful life), Digesta 2004,τεύχος Δ’, σελ. 481.

[19]Βλ. ενδεικτικά Mc Kayv. Essex Area Health Authority (1982) All ER 771: Τα δικαστήρια αρνήθηκαν κυρίως να δεχθούν ότι η ζωή, ακόμα κι όταν είναι βεβαρημένη από γενετικές ανωμαλίες είναι προτιμότερη από τη μη έλευση στη ζωή.

[20]Ενδεικτικά βλ. ΑΠ 154/2011, όπου ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αναίρεση του παιδιού, επικυρώνοντας την εφετειακή απόφαση, η οποία έκρινε ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη λόγω έλλειψης της αναγκαίας συνάφειας μεταξύ της επικαλούμενης αμέλειας της ιατρού περί τον προγεννητικό έλεγχο και του επελθόντος αποτελέσματος, αφού η φερόμενη πάθηση του παιδιού ήταν συμφυής προς την εκ των υστέρων διαπιστωθείσα γεννητική του παρουσία και όχι απότοκος του προγεννητικού ελέγχου και ΠΠρΑθ 2487/2004, όπου το δικαστήριο απεφάνθη ότι το τέκνο δεν νομιμοποιούνταν να προβάλει τη σχετική αξίωση, εφόσον δεν υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης των ιατρών κατά τον διαγνωστικό έλεγχο και της ανατομικής ανωμαλίας του, αλλά κι επειδή «η επικαλούμενη ηθική βλάβη του τέκνου θα μπορούσε να αποτραπεί μόνο με το θάνατο αυτού (διακοπή κύησης) κατά το χρόνο που ήταν κυοφορούμενο, αφού οι ιατροί δεν ενημέρωσαν τους γονείς του για την ανατομική ανωμαλία του άκρου του. Όμως, η γέννηση του τέκνου και η διατήρησή του στη ζωή με την εν λόγω ανατομική ανωμαλία έχει μεγαλύτερη αξία και υπερτερεί ως έννομο αγαθό από το αποτέλεσμα που θα συνεπαγόταν η έστω και επιτρεπτή διακοπή της κύησης.»

[21] Βλ. Siemmieniec v. Lutheran Gen. Hosp., 512 N.E.2d 691, 699 επ. (III. 1987) («Judges and juries will have to determine the degree of impairment that renders a child’s nonexistence preferable to existence. Not only will such a judgment be unpalatable, but persons making this judgment can look only to their own feelings or fears of being handicapped in deciding the merits of the claim»), Becker v. Schwarz, 386 N.E.2d 807, 812 (1978) («Not only is there to be found no predicate at common law or in statutory enactment for judicial recognition of the birth of a defective child an injury to the child; the implications of any such proposition are staggering»). Για τον επιχειρούμενο από ορισμένους διαχωρισμό των περιπτώσεων ανάλογα με το αν μια ζωή είναι αφόρητη ή όχι πρβλ. Seana Shiffrin, Wrongful Life, Procreative Responsibility, and the Significance of Harm, Τόμος 5, Legal Theory, 1999,117, 118.

[22] Βλ. Strohmaier v. Assocs. In Obstetrics & Gynecology, P.C. 332 N.W. 2d 432, 435 (Mich. Ct. App. 1982), Greco v. United States, 893 P.2d 345, 347 (Nev. 1995), Becker v. Schwartz, 386 N.E.2d 807 (N.Y. 1978), Dumer v. St. Michael’s Hosp., 233 N.W.2d 372, 376 (Wis. 1975), Gleitman v. Cosgrove, 227 A.2d 689, 692 (1967).

[23]EWHC 3506(2020).

[24] Φουντεδάκη Κατερίνα, Θέματα αστικής ιατρικής ευθύνης σε περίπτωση γέννησης ατόμου με σοβαρή ασθένεια ή αναπηρία (wrongful life), σε Γενέθλιον Απόστολου Σ. Γεωργιάδη, Σταθόπουλο/Μπέη/Δωρή/Καράκωστα (εκδ.), Τόμος Ι (2006), σελ. 913, 922 επ.

[25]Τρούλη.

[26]Για την απόδοση του όρου «wrongful birth» στα ελληνικά ως «ζημιογόνος τεκνοποίηση», βλ. Τρούλη.

[27]PaolaFrati et al., Preimplantation and prenatal diagnosis, wrongful birth and wrongful life: a global view of bioethical and legal controversies, HumReprodUpdate,May2017, vol. 23 (3), 338–357 με αναφορές σε αντίστοιχες νομολογίες των αναφερόμενων κρατών, σχετικά με υποθέσεις ‘’wrongful birth’’.

[28]Τρούλη.

[29]Τρούλη.

[30] Επισημαίνεται πως για να συντρέξει προσβολή της προσωπικότητας των γονέων πρέπει να στοιχειοθετούνται οι κατ’ άρ. 304 παρ.4β’ ΠΚ προϋποθέσεις επιτρεπτής διακοπής της κύησης, ήτοι να μπορούσαν να διαπιστωθούν -κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα που θέτει η διάταξη- με τα σύγχρονα μέσα προγεννητικής διάγνωσης ενδείξεις σοβαρής ανωμαλίας του εμβρύου που επάγονται τη γέννηση παθολογικού νεογνού, εντούτοις από ιατρικό σφάλμα οι ενδείξεις αυτές να μην διαγνώσθηκαν και οι γονείς να μην ενημερώθηκαν καταλλήλως, βλ. ΑΠ 10/2013.

[31] Με την υπ’ αριθμ. 244/2009 απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων επιδίκασε σε καθένα από τους δύο γονείς το ποσό των 400.000 ευρώ και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά με την υπ’ αριθμ. 4591/2009 απόφασή του επιδίκασε 350.000 ευρώ σε έκαστο των εναγόντων.

[32] Κολυβά, σελ.88.

[33]Ανδρουλιδάκη, σελ. 425 και Φουντεδάκη σελ. 260-261.

[34]Κοτζάμπαση Αθηνά, Το έγκυο σώμα: Νομικά και ηθικά ζητήματα στη σχέση κυοφόρου και κυοφορούμενου στο πλαίσιο του αστικού δικαίου, Δημοσιεύματα Ιατρικού Δικαίου και Βιοηθικής, τευχ. 15, 2013, σελ. 87επ.

[35] Βλ. υποκεφάλαιο «wrongful life ή ζημιογόνος ζωή», σελ 21.

[36]Γαζούλη Χριστίνα, η Αστική ευθύνη του ιατρού από λανθασμένη διάγνωση κατά τον προγεννητικό έλεγχο (βλ. «ζημιογόνο ζωή/ζημιογόνο γέννηση» – wrongful life/wrongful birth- ),διπλωματική εργασία, Πανεπιστήμιο Πειραιώς Σχολή Οικονομικών Επιχειρηματικών και Διεθνών Σπουδών Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Δίκαιο Και Οικονομία», Πειραιάς, Οκτώβριος 2020, σελ. 33.